Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Φωτιάδης Αναστάσιος, Αγιογράφος, Γερμανία




Η πρώτη φορά που πήγα στο Άγιον Όρος ήταν το 1987. Ήμασταν παρέα τότε 3 νεαροί, καθίσαμε, όμως, μόνο ένα βράδυ κι έτσι δεν μπορέσαμε να επισκεφτούμε το Γέροντα Παΐσιο. Την δεύτερη φορά που επιθύμησα να πάω στο Όρος ήμουν στην Αθήνα. Δούλευα σε μία εταιρεία συστημάτων ασφαλείας. Ο διευθυντής μου μιλούσε συνεχώς για την μετεμψύχωση και μάλιστα επέμενε ότι, όχι μόνον υπάρχει, αλλά και ότι ο πατέρας του, λίγο πριν πεθάνει, είχε ζήσει μιαν ανάλογη κατάσταση. Εγώ επέμενα ότι βρισκόταν σε απόλυτη πλάνη και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ξεκάθαρη σ’ αυτό το θέμα, μας το λέει καθαρά. Εκείνος, όμως, επέμενε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο 1988 του είπα: «Θα πάω στο Άγιον Όρος και θα μιλήσω με έναν Άγιο Γέροντα. Θα δεχτείς ό,τι μου πει;». «Φυσικά», μου απάντησε, «αφού σίγουρα θα σου πει ότι μετεμψύχωση υπάρχει».
Πήγα, λοιπόν στο Άγιον Όρος. Κατά το απόγευμα φτάσαμε στις Καρυές και την ώρα που έπεφτε ο ήλιος ήμασταν στην Παναγούδα. Χτυπήσαμε, ξαναχτυπήσαμε το κουδουνάκι στην αυλόπορτα, φωνάξαμε ξανά και ξανά, αλλά απάντηση καμία. Ήξερα από έναν χωριανό μου, ότι εάν επέμενες, μπορεί να σου άνοιγε, και φώναξα: «Μόνο την ευχή σου να πάρουμε, Πατέρα, και θα φύγουμε». Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο παππούλης. Ένας απλός και απέριττος γεροντάκος μας πλησίασε χαμογελώντας. «Τι φωνάζετε ρε παιδιά; Δεν βλέπετε ότι είναι περασμένη η ώρα; Έχουμε κι εμείς οι καλόγεροι το τυπικό μας». «Αργήσαμε, πάτερ», του είπαμε, «γιατί ερχόμαστε από την Δάφνη με τα πόδια». Ο Γέροντας απάντησε: «Πάρτε κέρασμα, και αφού κάνατε τόσο κόπο, πείτε, έτσι όπως είστε με την σειρά το όνομά του ο καθένας και για ποιο πράγμα θέλει να προσευχηθώ». Έτσι ξεκίνησε ο καθένας με την σειρά να λέει.
Τελευταίος ήμουν εγώ. Λίγο από το άγχος αν θα μας δεχόταν, λίγο που φώναξα πιο πολύ και τον βγάλαμε έξω, μόλις με ρώτησε: «πως σε λένε και τι ζητάς από τον Θεό να τον παρακαλέσω για σένα;» ξεχάστηκα. Είπα μόνο το όνομά μου. Με ρώτησε: «Θέλεις κάτι;» «Όχι» απάντησα. «Την ευχή σου και να προσευχηθείς για την σωτηρία της ψυχής μου. Αυτό μου ήρθε έτσι αναπάντεχα στο στόμα. Είχα ξεχάσει τις επίμονες και διαρκείς διαμάχες με τον διευθυντή μου περί μετεμψύχωσης. Είχα ξεχάσει ότι του είχα υποσχεθεί πως οπωσδήποτε θα συζητούσα το θέμα με τον Γέροντα Παΐσιο. Τότε ο Γέροντας μου είπε: «Και για το σώμα; Μόνο για την ψυχή να ζητάμε να σωθεί; Με το σώμα αυτό είναι δεμένη η ψυχή. Μ’ αυτό αμαρτάνει, μ’ αυτό κάνει και το καλό. Στην Δευτέρα Παρουσία αυτό το σώμα θα ενδυθεί ξανά η ψυχή, μόνο που πλέον θα είναι άφθαρτο. Με το ίδιο είτε θα σωθεί είτε θα καταδικαστεί. Πρέπει να κρατάμε και το σώμα καθαρό, όπως και την ψυχή».
Πήραμε την ευλογία του και πήγαμε στο Κονάκι της Διονυσίου για διανυκτέρευση. Εκεί, αφού ηρεμήσαμε λίγο, θυμήθηκα τι ήθελα αρχικά να ρωτήσω τον Γέροντα. «Ωχ!» είπα. «Ξέχασα την μετεμψύχωση!». Αφού πέρασε λίγη ώρα, άρχισα να σκέφτομαι τι του ζήτησα και τι μου είπε, ενώ είχα τόσα άλλα να ρωτήσω το διορατικό και άγιο αυτόν Γέροντα. Ξαφνικά, όμως, αντιλήφθηκα ότι το ερώτημά μου είπε απαντηθεί, έστω και με πλάγιο τρόπο. «Με το σώμα αυτό» θα βρεθούμε στην Δευτέρα Παρουσία! Όχι με άλλο. Άρα, μόνο ένα σώμα και μόνο μία ψυχή μας αναλογούν. Άρα, δεν υπάρχει μετεμψύχωση. Όταν γύρισα στην Αθήνα, με ρώτησε ο διευθυντής μου σχετικά και του είπα ό,τι μου είπε ο π. Παΐσιος. Δεν το δέχτηκε, δεν πείστηκε. Εύχομαι να έχει αλλάξει και να έχει βρει μέχρι τώρα την αλήθεια.
Την τρίτη φορά που επισκέφθηκα τον Γέροντα, βρέθηκα σε μία πολυπληθή σύναξη. Όταν ήρθε η σειρά μου, τον ρώτησα για τον Αντίχριστο. «Πως θα ζήσουν εκείνοι που δεν θα δεχθούν το σφράγισμα; Τι θα τρώνε;» «Όπως στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου», είπε, «που με λίγες ελιές και λίγο παξιμάδι πέρασαν οι δύσκολες ημέρες, έτσι και τότε. Θα τρώμε λίγο-ό,τι βρίσκουμε-και ούτε θα καταλάβουμε πως θα περάσει ο καιρός».
Σ’ εκείνη την ίδια συζήτηση μας είπε πως γνώρισε ένα Ελληνόπουλο που δούλευε στο Βέλγιο, στους υπολογιστές, που του είχε πει ότι μπορούν να μας παρακολουθούν από τους δορυφόρους ακόμη και μέσα στην θάλασσα. Και ακόμη πως οι τηλεοράσεις θα παίζουν διπλό ρόλο. Θα παρέχουν, βέβαια, εικόνα και ήχο, αλλά θα μπορούν ταυτόχρονα και να λαμβάνουν εικόνες και ήχους από τον χώρο που βρίσκεται η συσκευή και να τα μεταφέρουν σε όσους θέλουν να παρακολουθούν την ζωή μας μέσα στο σπίτι.
Τελευταία φορά πήγα με τον κουνιάδο μου τον Δεκέμβριο του 1992. Στον δρόμο βρήκαμε και ένα γιατρό. Όταν φτάσαμε έξω από το καλύβι του Γέροντα, ήταν μόνος του στην αυλή. Του είπαμε τότε: «Για την ζήλεια την γυναικεία, τι έχετε να πείτε;». «Ακούστε», μας είπε. «Η γυναίκα είναι από φυσικού της ζηλιάρα. Εάν της δώσεις και λίγο δικαίωμα, είναι ακόμα χειρότερα. Εάν βλέπετε ότι η γυναίκα εξαγριώνεται, εσείς να είστε ήρεμοι, να την καταπραΰνετε. Εάν και εσείς φωνάζετε, θα γίνει μεγάλη φασαρία. Πες ο ένας, πες ο άλλος, διαλύεται το ζευγάρι. Είναι σαν τις σκληρές πέτρες. Δύο σκληρές πέτρες όταν τις χτυπάς, βγάζουν σπίθα. Σπίθα-σπίθα, παίρνει φωτιά. Εάν, όμως, η μία πέτρα είναι μαλακή, τότε, όσο και να χτυπάει η σκληρή πέτρα, σπίθα δεν βγαίνει. Άλλωστε, με ένα χάδι, με λίγα γλυκά λόγια, μπορεί να καλμάρει η γυναίκα. Και μόλις ηρεμήσει, θα καταλάβει το σφάλμα της και θα ξεχαστούν όλα».
Στην συνέχεια, ρώτησε τον γιατρό τι ειδικότητα είχε. Εκείνος απάντησε ότι δεν είχε ξεκινήσει ακόμα, αλλά πως του άρεσε η προοπτική της γυναικολογίας. «Να προτιμήσεις άλλη ειδικότητα», του συνέστησε ο Γέροντας. «Καλό θα ήταν γυναικολόγοι να γίνονται οι γυναίκες γιατροί».
Το καλοκαίρι του 1977 ανέβηκα στο Άγιον Όρος για προσκύνημα, με τρείς φίλους μου δασκάλους από την Κόρινθο. Ο Γέροντας Παΐσιος έμενε τότε στο κελί του Τιμίου Σταυρού, στην Καψάλα. Μας υποδέχτηκε και καθίσαμε στις γνωστές «πολυθρόνες» από κούτσουρα. Δίπλα ακριβώς ήταν ο τάφος του Γέροντά του π. Τύχωνα, με κρεμασμένο στο σταυρό ένα τεράστιο κομποσχοίνι. Αφού μας κέρασε το παραδοσιακό αγιορείτικο λουκούμι και νεράκι, συμβούλεψε τους δασκάλους φίλους μου πώς να φέρονται στα παιδιά στο σχολείο. «Πρέπει να καταλάβει το παιδί», έλεγε, «ότι το αγαπάτε. Αν το καταλάβει αυτό, θα έχει μεγάλη επιτυχία το έργο σας. Μετά το διδακτικό έργο, συμβουλεύετε τα παιδιά να εκκλησιάζονται, να εξομολογούνται από μικρά, αλλά με την θέλησή τους και όχι καταναγκαστικά».
Το 1979 ανέβηκα και πάλι στο Όρος με τον γιό μου Άγγελο. Συναντήσαμε τον Γέροντα στην ρεματιά που ανεβαίνει από την Μονή Ιβήρων και φτάνει στην Παναγούδα. Του έκανα παράπονα για τον γιό μου, ότι είναι «ζωηρός και λίγο ανυπάκουος» (ο Άγγελος ήταν τότε 18 ετών). Εκείνος τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και είπε: «Ο Άγγελος είναι πολύ καλό παιδί. Θα προκόψει στην ζωή, αρκεί να μείνει μακριά από την σάρκα και να κρατηθεί καθαρός και αμόλυντος. Εσείς δεν πρέπει να του φέρεστε απότομα, όταν παρακούει. Με καλοσύνη και αγάπη μόνο». Στην συνέχεις, απευθυνόμενος στον ίδιο, είπε: «Κι εσύ, παιδί μου, έχεις υποχρέωση να ακούς τον πατέρα σου. Ακούγοντας τον πατέρα σου, ευαρεστείς τον Θεό και όλα θα σου έρθουν ευνοϊκά». «Κι εσείς, όπως είπαμε, στο παιδί μαλακά να φέρεστε, με αγάπη και καλοσύνη, γιατί αυτά που κάνει τώρα ο Άγγελος, τα κάνατε κι εσείς όταν ήσασταν νέος». Το παιδί γέλασε εκείνη την ώρα όταν τα άκουσε αυτά. Πήρε θάρρος και τον ρώτησε: «Γέροντα, να δώσω εξετάσεις στην Σχολή Ικάρων;» ο Γέροντας τον ξανακοίταξε και του απάντησε: «Αφού σ’ αρέσει τόσο πολύ, να δώσεις εξετάσεις. Μόνο γράψε μου τις ημερομηνίες, να προσευχηθώ κι εγώ από ‘δω, για να τα πας καλά». Φεύγοντας του είπε: «Άντε, στην ευχή του Θεού, παιδί μου……
Οι γυναίκες είναι, ας πούμε, λίγο κουτές. Μία γυναίκα που θα πάει στην αγορά να αγοράσει-ας υποθέσουμε-πιάτα θα δει εδώ, θα ψάξει από εκεί, μέχρις ότου βρει πιάτα με λουλουδάκια. Όμως, λίγο εδώ προσκολλάται, λίγο εκεί προσκολλάται, με αποτέλεσμα η καρδιά της να δίνεται στα μάταια ή στον πειρασμό και στο τέλος δεν μένει τίποτα για τον Χριστό. Μήπως, αν φας το φαγητό σε πιάτα με λουλουδάκια, θα είναι πιο νόστιμο;
-          Εσείς που ζείτε στον κόσμο, για να αγαπήσετε τον Χριστό, θα πρέπει πρώτα να αγαπήσετε τους ανθρώπους.
-          Φροντίστε να βρείτε ή να φτιάξετε σπίτι έξω από το τρελάδικο των πόλεων. Κάποτε ο πόλεμος έδιωχνε τους ανθρώπους από τις πολυκατοικίες. Σήμερα τους διώχνει ο πολιτισμός, που είναι χειρότερος πόλεμος.
-          Το ζωηρό, ανήσυχο παιδί, αν μπλέξει με ήρωες, θα γίνει ήρωας, αν μπλέξει με φονιάδες, θα γίνει φονιάς, αν μπλέξει με αγίους, θα γίνει άγιος. Ενώ το ήσυχο, το φρόνιμο παιδάκι, γενικά έχει σταθερή πορεία στην ζωή του, δηλαδή δύσκολα θα παρασυρθεί.
-          Οι γυναίκες μιλούν με την καρδιά. Στην δική σου γυναίκα χρησιμοποίησε και λίγη καρδιά. Μην μιλάς μόνο με την λογική.
-          Τα μικρά παιδιά έχουν την χάρη του Αγίου Βαπτίσματος. Αν προσπαθήσουν, αν αγωνιστούν, τότε αποκτούν και το διορατικό χάρισμα (την «πνευματική τηλεόραση»), όπως και οι πρωτόπλαστοι, που-συν τοις άλλοις-είχαν και αυτό το χάρισμα.
-          Ο Θεός με τον σεισμό κουνάει την γη. Αν υποθέσουν ότι είχε στα χέρια του μία συσκευή και σιγά-σιγά αύξανε τα ρίχτερ γυρνώντας ένα διακόπτη, θα ταρακουνιόταν όλο και περισσότερο η γη. Τότε, αν μία φωνή εξ ουρανού φώναζε για μετάνοια των ανθρώπων, όσοι μετανοούσαν μ’ αυτόν τον αναγκαστικό τρόπο, θα δημιουργούσαν προβλήματα στον Παράδεισο. Γι’ αυτό, πρώτα δίνουμε εξετάσεις για τον Παράδεισο-κι αυτό γίνεται σ’ αυτήν την ζωή-και μετά πηγαίνουμε εκεί, εφόσον πετύχουμε στις εξετάσεις.
-          Μόνο να περιμένεις με υπομονή να ωριμάσει ο καρπός και να πέσει. Γι' αυτό οι γονείς εμπιστευτείτε τα παιδιά σας στον Θεό. Όταν τα παιδιά δεν ακούν μία-δύο-τρεις, εμπιστευτείτε τα στον Θεό. Γιατί εσείς δημιουργήσατε την σάρκα τους, αλλά ο Θεός την ψυχή τους. Επομένως, ο Θεός είναι υποχρεωμένος να νοιαστεί γι' αυτά.
-          Για να κάνουμε καρδιακή προσευχή, πρέπει να κάνουμε δικό μας τον πόνο του άλλου.
-          Πολλοί άγιοι θα ήθελαν να ζήσουν στην εποχή μας και να κάνουν τον αγώνα μας.
-          Ήρθε η εποχή που θα χωρίσουν τα πρόβατα από τα κατσίκια. Άλλοτε, αν σε μία υπηρεσία βρίσκονταν δέκα άτομα, οι μισοί ήταν άνθρωποι πιστοί, οι τρεις αδιάφοροι και οι δύο άπιστοι. Ωστόσο, οι αδιάφοροι έλεγαν στους πιστούς: “Πάρτε δύο δραχμές κι ανάψτε μας ένα κερί την Κυριακή που θα πάτε στην Εκκλησία”. Σήμερα, από εκείνους τους δέκα, μόνον ένας είναι πια πιστός. Κι αυτός, για να βρει κι άλλον, θα πρέπει να ψάξει μακριά. Από την μιά θα έχουμε ακολουθίες και αγρυπνίες και από την άλλη γλέντια και διασκεδάσεις.
-          Η αληθινή Ένωση (των Εκκλησιών) θα γίνει από ανθρώπους που είναι πραγματικά ενωμένοι με τον Θεό. Δεν θα γίνει με χαρτιά και συμφωνητικά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου