Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Συνομιλία αιρετικού με τον Γέροντα Παΐσιο



Η κατωτέρω συνομιλία του π. Παϊσίου μ” έναν ευλαβή νέο, που είχε πλανηθεί από τις κακοδοξίες προτεσταντικής αιρέσεως, δημοσιεύτηκε στην ετησία έκδοση «Ο Όσιος Γρηγόριος» της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους του έτους 1995.
Ο μακαριστός γέροντας με τις φαινομενικά απλοϊκές απαντήσεις του στις υπαρξιακές ανησυχίες ενός νέου, έσωσε κι αυτή την ψυχή από την απώλεια και τον επανέφερε στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Κάποια στιγμή λοιπόν αποφάσισα να πάω στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εξομολογήθηκα και άρχισα να μεταλαβαίνω τακτικά. Είχα όμως πολλά και σοβαρά ερωτηματικά και δεν εύρισκα απάντηση. Επεδίωξα και είχα συναντήσεις με Θεολόγους κληρικούς, και πάλι όμως χωρίς αποτέλεσμα.Η σοβαρή ασθένεια θέλει μεγάλο Νοσοκομείο.
«Κώστα, όσο κι αν προσπαθήσω δεν πρόκειται να πεισθείς με τίποτα. Θέλεις να καταλάβεις τα μυστήρια του Θεού με τη δική σου λογική. Αυτό δεν είναι ορθόδοξο. Ένα πράγμα μόνο σε σώζει: Να έρθεις να πάμε στο Άγιο Όρος. Έρχεσαι;» Ήταν η γνωμάτευση του Αρχιμανδρίτη στον οποίο με οδήγησε ο Θεός, πιστεύω. Αφού συμφώνησα, μου έδωσε πληροφορίες για ένα μεγάλο χειρούργο (δικός μου ο χαρακτηρισμός) που είναι εκεί, και πήγαμε. Το όνομά του είναι π. Παϊσιος. Κάποιος άλλος ευλογημένος γέροντας από τον Πύργο έμαθα αργότερα ότι είπε για μένα: «αν τον δεχτεί ο π. Παϊσιος έχει καλώς, αν όχι, θα χαθεί από την υπερηφάνειά του». Έχει ακόμα δίκιο… Ευτυχώς που ο Χριστός έχυσε το δικό Του αίμα για τις δικές μας αμαρτίες. Δόξα στο άγιο όνομά Του.Θα προσπαθήσω να μεταφέρω όσο πιστά γίνεται την κουβέντα με τον π. Παϊσιο.
Ερώτηση: Η Αγία Γραφή διδάσκει ότι μόνο ο Ιησούς Χριστός σώzει. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία παρακαλούμε και την Παναγία να μας σώσει. Είναι σωστό;
Απάντηση: Ο Ιησούς είναι ο μοναδικός Σωτήρας. Αυτός πρόσφερε τον εαυτό Του για μας. Άκου τώρα. Αν ήσουν κάποιος μεγάλος με εξουσία και πήγαινες σε μια πόλη με τη μάνα σου, όλοι που θα σε περίμεναν εκεί θα χαιρέταγαν και σένα και την μάνα σου. Θα έλεγαν και τα καλύτερα λόγια γι” αυτήν, κι ας μη γνώριζαν τίποτα για την ίδια. Εσύ που θα τ” άκουγες, θα χαιρόσουν, θα καμάρωνες για την μάνα σου. Έτσι κι ο Χριστός χαίρεται και καμαρώνει για την μάνα Του, όταν μας ακούει να λέμε καλά λόγια γι” αυτήν. Κοίτα. Αν μια φτωχιά πήγαινε στη μάνα σου και την παρακαλούσε να σου ζητήσει να την διορίσεις σε μια θέση κι εσύ έκαμνες τη χάρη της μάνας σου, τότε εκείνη η φτωχειά θα έλεγε ότι η μάνα σου την έσωσε, αν και εσύ την διόρισες. Ε, έτσι κι εμείς λέμε η Παναγία να μας σώσει. Και ο γιος Της που έχει την εξουσία, αλλά είναι ταπεινός, χαίρεται να μας ακούει να λέμε καλά λόγια για τη μάνα Του.
Ερώτηση: Ο Κύριος δίδαξε να προσευχόμαστε στο Θεό-Πατέρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσεύχεται στη Θεοτόκο και τους Αγίους που ήταν άνθρωποι. Είναι σωστό;
Απάντηση: Άκου. Όλες οι προσευχές πάνε στο Θεό. Εμείς προσευχόμαστε στην Παναγία και τους Αγίους, δηλαδή τους παρακαλούμε να προσευχηθούν και αυτοί στον Κύριο για μας και η προσευχή τους έχει μεγάλη δύναμη.
- Ναι, αλλά… (τον διέκοψα) η Παναγία και οι Άγιοι ήταν άνθρωποι και πέθαναν. Δεν μας ακούνε, ούτε είναι πανταχού παρόντες. Μήπως o Θεός θυμώνει να προσευχόμαστε σ” αυτούς; Εδώ είναι μεγάλη η υποχρέωσή μου να τονίσω με κάθε έμφαση αυτό που μου συνέβη. Τη στιγμή που έλεγα τη λέξη «αλλά», ένιωσα να με καρφώνει κάτω στη γη ένα δόρυ και χωρίς να πονάω δεν μπορούσα να κάνω «κιχ», ενώ κάτι άνοιξε μέσα μου και «ρούφηξα» όσα ο άγιος γέροντας μου έλεγε.
- Παιδί μου, συνέχισε, για το Θεό κανένας δεν πεθαίνει. Όταν κάποιος πεθάνει, πέθανε για μας που μείναμε ακόμα στη γη. Δεν πεθαίνει για το Θεό. Κι αν αυτός έχει παρρησία κοντά Του, μαθαίνει από το Χριστό ότι τον παρακαλούμε να προσευχηθεί για μας και προσεύχεται, ενώ o Χριστός ακούει και χαίρεται. Η προσευχή του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη.
Hλιας Xαιντουτης
Πηγή : http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr

Μοναστικος βιος

Τα πρώτα χρόνια.
Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συ
νεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος.
Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματούχο μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα. Ο άγιος αυτός γέροντας ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό κελλί του Τιμίου Σταυρού. Κοιμήθηκε το 1968. Ο γέροντας Παΐσιος ευλαβείτο πολύ τον γέροντά του και πάντα μιλούσε με συγκίνηση γι'αυτόν. Έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία και του ίδιου πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα.
Το 1979 αποχώρησε από την καλύβη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Εγκαταστάθηκε σε μία καλύβη αφιερωμένη στη γέννηση της Παναγίας (μικρή Παναγία, Παναγούδα) η οποία βρίσκεται είκοσι περίπου λεπτά από την μονή Κουτλουμουσίου, στον δρόμο προς την μονή Ιβήρων. Η Παναγούδα ήταν μία εγκαταλελειμμένη καλύβα και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα.
Το ιστορικόΤο 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του.
Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Προτεινόμενη αναγνώριση του ως Αγίου.
Η φήμη του Γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη ως αγίου μεταξύ των ορθοδόξων πιστών είναι μεγάλη, λόγω της προσωπικότητάς, της πνευματικότητας και των χαρισμάτων (διάκρισης, διορατικό, προορατικό, ιαματικό) που σύμφωνα με πλήθος από μαρτυρίες διέθετε. Για τους λόγους αυτούς, ο σεβ. Επίσκοπος Μαραθώνος κ.κ. Μελίτων Καβατσηκλής, έχει προτείνει την κατάταξη του στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αγίου.

Ο Αναχωρητής του Άθωνα ,Πατήρ Σεραφείμ.


Ένας ευλαβής νέος από την Αθήνα, από πλούσια οικογένεια ,είχε χάσει την μητέρα του από βαριά αρρώστια και όλως ξαφνικά πέθανε και ο πατέρας του μετά από λίγο διάστημα. Ο θάνατος των γονέων του τον συγκλόνισε πολύ ,και αυτό έγινε αιτία να φιλοσοφήση την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Μοιράζει λοιπόν όλη του την περιουσία στους φτωχούς, αφήνει το μεγάλο του εμπορικό κατάστημα στους υπαλλήλους του και έρχεται στο Άγιον Όρος.
Περνώντας από την Νέα Σκήτη, γνώρισε τον Παπα-Νεόφυτο, που έμενε στην Καλύβη του Αγίου Δημητρίου , όπου φιλοξενήθηκε και εξομολογήθηκε. Ο Παπα-Νεόφυτος του διηγήθηκε πολλά για τους Ασκητάς, και άναψε πολύ ο θείος του πόθος, όταν άκουσε για τους Αναχωρητάς στην κορυφή του Άθωνα. Ζήτησε μετά ευλογία από τον Παπα-Νεόφυτο να τον δεχθή στην Συνοδία του, να καρή Μοναχός, και μετά να του δώση ευλογία να ασκητέψη ψηλά στον Άθωνα. Ο Παπα-Νεόφυτος , επειδή τον είδε πολύ ταπεινό και ευλαβή , τον δέχθηκε, αλλά τον κράτησε με τα λαϊκά και τον προετοίμαζε πνευματικά, αθόρυβα, πέντε χρόνια, χωρίς να γνωρίζουν οι άλλοι τον ιερό σκοπό του νέου, ο οποίος απέφευγε ακόμη και τις συναντήσεις με τους Πατέρες της Σκήτης. Αφού λοιπόν εκπαιδεύτηκε πνευματικά πέντε χρόνια ,τον έκανε Μοναχό ο Γέροντας, τον ονόμασε Σεραφείμ και του έδωσε την ευχή του να ασκητέψη ψηλά στον Άθωνα, χωρίς να βλέπη άνθρωπο.
Μετά από τρία χρόνια ήρθε μια φορά, όπως μου διηγήθηκε ο Παπα-Διονύσιος , ο παραδελφός του, και τους διηγόταν τους πειρασμούς που συνήντησε στις αρχές, πώς τον απειλούσαν οι δαίμονες συνέχεια. Μια νύχτα μάλιστα του πέταξαν μια παλιά λαμαρίνα, που είχε μπροστά από την σπηλιά του, για να εμποδίζη λίγο τον πολύ αέρα και την βροχή. Ο Πατήρ-Σεραφείμ όχι μόνο δεν ταράχτηκε, αλλά χαμογελώντας είπε στους δαίμονες:
- Θεός συγχωρέσοι! καλά κάνατε, γιατί εγώ είχα ασχημύνει την σπηλιά με την λαμαρίνα που έβαλα.
Είχε εμφανισθή άλλη μια φορά μετά από πέντε χρόνια ο Πατήρ-Σεραφείμ, και ο Παπα- Νεόφυτος του είχε δώσει ένα Αρτοφόριο με Άγιον Άρτο, και έφυγε πάλι για την κορυφή του Άθωνα και δεν ξαναφάνηκε πια.
Ο Πατήρ-Σεραφείμ έγινε Άγγελος «Σεραφείμ»! Πώς να μη πετάξη, αφού όλα τα πέταξε για τον Χριστό! Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Η δύναμη του κομποσχοινιού, της ευχής.

Κάποτε, ένας Αγιοπαυλίτης Μοναχός είχε πάει στον Άγιο Γεράσιμο στην Κεφαλληνία. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας έμεινε μέσα στο Ιερό και έκανε κομποσχοίνι – έλεγε νοερώς την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς – ενώ έξω έψαλλαν. Είχαν φέρει δε στην Εκκλησία και έναν δαιμονισμένο, για να θεραπευθή από τον Άγιο Γεράσιμο.
Ενώ λοιπόν έλεγε την ευχή ο Μοναχός μέσα από το Ιερό, το δαιμόνιο έξω καιγόταν και φώναζε:
- Μη τραβάς αυτό το σχοινί, ρε καλόγηρε, γιατί με καίει.
Το άκουσα αυτό και ο Ιερεύς και λέει στον Μοναχό:
- Κάνε , αδελφέ μου, κομποσχοίνι, όσο μπορείς , για να ελευθερωθή το πλάσμα του Θεού από τον δαίμονα.
Τότε ο δαίμονας οργισμένος φώναζε:
- Ρε παλιόπαπα, τι του λες να τραβάη το σχοινί; Με καίει!
Τότε ο Μοναχός με περισσότερο πόνο έκανε κομβοσχοίνι, και ο βασανισμένος άνθρωπος απαλλάχθηκε από το δαιμόνιο.

Ψάλτης συμπανηγυρίζει με αδελφό που είχε πεθάνει πριν από έξι μήνες.

Κάποτε ο περίφημος ψάλτης Διακο-Γιάννης από το κελλί του «Ραδβούχου» ο οποίος πρόσφατα αναπαύθηκε , είχε πάει στην Πανήγυρη της Ι. Μονής Γρηγορίου , για να ψάλη. Αφού έψαλε στον Μεγάλο Εσπερινό, όταν τελείωσε, και θα άρχιζε η Λιτή, αισθάνθηκε την ανάγκη να πάη στο Αρχονταρίκι, να πιή έναν καφέ, για να τονωθή λίγο το Γεροντάκι και πάλι να πάη να συνεχίση τα ψαλτικά του.
Στο Αρχονταρίκι λοιπόν, σε γενομένη συζήτηση γύρω από τα ψαλτικά και τους Πατέρες της Μονής που έψαλλαν, είπε ο Διακο-Γιάννης:
- Είδα τον Πατέρα Δαβίδ να κρατιέται ακόμη καλά.
Ο Πατήρ Μακάριος (ένας από τους παλαιούς Πατέρες) παραξενεύτηκε γι’ αυτά που άκουσε και λέει στον Γέροντα Διακο-Γιάννη:
- Ο Πατήρ Δαβίδ έχει πεθάνει εδώ και έξι μήνες∙ λάθος έκανες.
Ο Διακο- Γιάννης τάχασε και με πεποίθηση του απαντάει:
- Εγώ , Πάτερ μου, δεν ξέρω πότε πέθανε και τι μου λες. Ένα πράγμα ξέρω, ότι τον είδα έξω στην Λιτή τον Πατέρα Δαβίδ πριν από λίγα λεπτά, χαιρετηθήκαμε και κουβεντιάσαμε μάλιστα λίγο γύρω από τα ψαλτικά.

Ο απρόσεκτος λόγος αφελούς μοναχού που δέχθηκε παιδαγωγική τιμωρία από τον Θεό.

Στο Γηροκομείο του Αγίου Παύλου ήταν ένας Παρανοσοκόμος λίγο αφελής μεν, αλλά πολύ καλοκάγαθος.
Μου είχε διηγηθή ο ίδιος, πριν από σαράντα χρόνια περίπου, ότι όταν υπηρετούσε στο Γηροκομείο της Μονής, του είχε δώσει ένας αδελφός ένα σταφύλι ευλογία. Εκείνος από την καλοσύνη του δεν το έφαγε, αλλά το έκοψε μικρά κομματάκια και το μοίρασε στα Γεροντάκια. Ένα δε φιλότιμο Γεροντάκι του έδινε συνέχεια ευχές:
«Καλό Παράδεισο! καλό Παράδεισο!» ,γιατί ήταν και το πρώτο σταφύλι που είχε γευθή, αφού τα σταφύλια δεν είχαν ωριμάσει ακόμη. Ο παρανοσοκόμος λοιπόν με την αφέλειά του του απήντησε αστειευόμενος:
- Φάε, ευλογημένε μου, σταφύλι. Εδώ είναι ο Παράδεισος και η κόλαση.
Παρόλο που δεν το πίστευε αυτό- το είπε αστεία και είχε ελαφρυντικά λόγω της αφέλειάς του- τι έπαθε όμως;
Βλέπει την νύχτα ένα φοβερό όνειρο, αλλά ένιωθε σαν να ήταν ξυπνητός! Αντίκρισε λοιπόν μια πύρινη θάλασσα και απέναντι έναν ωραίο κόλπο με κρυστάλλινα παλάτια και έναν σεβάσμιο Γέροντα, που έμενε εκεί στον πολύ όμορφο κόλπο, που ακτινοβολούσε, αφού και τα γένια του ακόμη φαίνονταν σαν μεταξωτά. Εκεί γνώρισε και έναν αδελφό της Μονής, που είχε κοιμηθή πριν από τρία χρόνια, και τον ρώτησε τι είναι αυτά τα παλάτια, γιατί του έκαναν μεγάλη εντύπωση, και ποιος ο σεβάσμιος Γέροντας.
Ο αδελφός του είπε:
- Αυτός είναι ο Γερο-Αβραάμ , και αυτός ο όμορφος κόλπος με τα κρυστάλλινα παλάτια είναι «ο κόλπος του Αβραάμ», όπου αναπαύονται οι ψυχές των Δικαίων.
Ενώ ο αδελφός έλεγε αυτά, τα ακούει ο Δίκαιος Αβραάμ και λέει με αυστηρό ύφος στον Παρανοσοκόμο Πατέρα Γρηγόριο:
- Εσύ να φύγης γρήγορα από εδώ, δεν έχεις καμιά θέση!
Με το μάλωμα όμως που του έκανε ο πατριάρχης Αβραάμ, κι όπως ο παρανοσοκόμος γύρισε να φύγη βιαστικά, ένιωσε ότι τον άρπαξε η φλόγα από την πύρινη εκείνη θάλασσα και από τον πόνο ξύπνησε. Τι να ιδή όμως! Τα πόδι του εκείνο, στο οποίο ένιωσε το κάψιμο, ήταν γεμάτο από φουσκάλες και πονούσε συνέχεια είκοσι μέρες, μέχρι να θεραπευτούν οι πληγές με αλοιφές και διάφορα άλλα πρακτικά βότανα.
Μετανόησε πολύ γι’ αυτό που είχε πει και ήταν πολύ προσεκτικός στα λόγια του στο εξής.

Ο Γερο- Εφραίμ, «ο τάλας».

Απέναντι από το Κελλί του Γερο-Υπατίου (τα Βλάχικα Κελλιά) , πάνω από τα Κατουνάκια, φαίνεται μια σπηλιά, η οποία, όπως διηγούνται οι Γεροντάδες, επί Τουρκοκρατίας ήταν σπηλιά ληστών. Αυτή λοιπόν την σπηλιά ο Γερο-Εφραίμ την μετέτρεψε σε θείο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, διότι την αγίασε με την αγία του ζωή.
Ο Γερο- Εφραίμ καταγόταν από την Θεσσαλία. Είχε ψυχή ευαίσθητη και ταπεινή και πνεύμα ανδρείο και αγωνιστικό.
Έλεγε ο Παπα- Ιερόθεος και ο Παπα-Μακάριος από την Κερασιά ότι ο Γερο- Εφραίμ ήταν σαν τους Αββάδες της παλαιάς εποχής της Νιτρίας και Θηβαΐδος. Τα ίδια έλεγαν και οι ευλαβείς Γεροντάδες από τον Άγιο Βασίλειο, όπως επίσης και οι γείτονές του Συνασκητές. Όλοι τον παραδέχονταν για τις αρετές του και κυρίως για την μεγάλη του ταπείνωση και αφάνεια, ενώ αυτός αποκαλούσε τον εαυτό του ταλαίπωρο. Από ένα –δύο περιστατικά, που θα αναφέρω, πολλά θα καταλάβουν οι καλοπροαίρετοι, που αγωνίζονται στην αφάνεια.
Επειδή οι Πατέρες κατέβαιναν και αγόραζαν κάτι ( τρόφιμα κ.λ.π. ) ή έπαιρναν ευλογία από Μοναστήρια ( παξιμάδι ή κηπουρικά ) ,κατέβαινε και ο Γερο-Εφραίμ την νύχτα κρυφά και γέμιζε την τουρβά του με άδεια κονσερβοκούτια από τους λάκκους ,και την ημέρα ανέβαινε και αυτός φορτωμένος για το Ασκηταριό του, και έτσι έδινε την εντύπωση στους άλλους ότι κουβαλάει τρόφιμα.
Όταν έφθανε στην σπηλιά του, άδειαζε τα αδειανά κονσερβοκούτια , που είχε στον τουρβά του, μπροστά στην πόρτας της σπηλιάς, για να τα βλέπουν οι επισκέπτες και να σχηματίζουν την εντύπωση ότι είναι γαστρίμαργος, ενώ αυτός έκανε μεγάλες νηστείες. Μάλιστα, από την πολλή άσκηση και την πολλή υγρασία που είχε η σπηλιά, είχε προσβληθή αργότερα από φυματίωση. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε να κτίση μόνος του, λίγο πιο πέρα από την σπηλιά σε προσήλιο τόπο, ένα μικρό καλυβάκι με ξερολιθιά, που μόλις τον χωρούσε.
Το ίδιο δε τυπικό συνέχισε και κει: να κουβαλάη κρυφά αδειανά κονσερβοκούτια από τους λάκκους και να τα αφήνη έξω από την πόρτα του. Όσοι τα έβλεπαν, επειδή δεν γνώριζαν την πραγματικότητα, έλεγαν:
- Τι κάνει αυτός εδώ; Δεν άφησε κονσέρβα για κονσέρβα!
Όσες ευλογίες του έδιναν καμιά φορά οι Πατέρες, τις δεχόταν με χαρά, αλλά πήγαινε την νύχτα και τις άφηνε έξω από τα Καλύβια των Πατέρων που είχαν ανάγκη ή σε αρρώστους , τους οποίους και υπηρετούσε.
Ο ίδιος είχε πολλή αυταπάρνηση και ήταν αφημένος στην Πρόνοια του Θεού. Κάποτε που είχε αποκλειστή από τα πολλά χρόνια στην σπηλιά, ο Καλός Θεός έστειλε τρόφιμα στον Γερο-Εφραίμ με έναν άνθρωπο, ο οποίος, αφού του άφησε ένα τουρβά με ευλογίες, εξαφανίστηκε μπροστά από τα μάτια του Γερο-Εφραίμ! Ο Γέροντας δόξασε τον Θεό και πέρασε όλο τον χειμώνα με εκείνη την ευλογία του Θεού.
Παρ’ όλα αυτά που ανέφερα, ο Γερο-Εφραίμ είχε πολλή αυτομεμψία ,και ορισμένοι πίστευαν, δυστυχώς, όσα έλεγε κατηγορώντας τον εαυτό του.
Έτσι ταπεινά και στην αφάνεια τελείωσε τον σκληρό αγώνα του για την αγάπη του Χριστού και ανεπαύθη εν Κυρίω το 1962. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Ο δια Χριστόν σαλός Γέρο Κωνσταντίνος.

Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν σαλός Γέρο Κωνσταντίνος (Αγγελής) γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10-2-1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα. Λε­πτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κά­νει παλιά στην Ι. Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένη σ' ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου. (Παλιά ήταν το «Μονύδριο των Φιλαδέλφων» του Αγίου Γεωργίου).
     Εκεί λοιπόν σε μία γωνία του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.
     Εξωτερικά ο Γέρο Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τι είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή τρελό, αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ' αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεωρούσε για τρελό, αλλά τρελούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν τρελό τον Γέρο Κωνσταντίνο.
     Ο Γέρο Κώστας (έτσι τον έλεγαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τελεία εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.
     Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιαλείπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώση τα νερά», χωρίς να πη τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα προφητικό, και αυτό τους φαινόταν για ανοησία.
      Όταν καμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γέρο Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάη κανείς πολλές φορές τον Γέρο Κωνσταντίνο και να επιμένη για να απαντήση, και πάλι θ' άκουγε δυό - τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.
    Ο Γέρο Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι αυτό έβλεπε καθαρά πολύ μακριά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα έκτιζε συνέχεια την ψυχή του, η οποία ψυχή αξίζει περισσότερο απ όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.
    Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα Ψαλτήρι και ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας. Το δε νοικοκυριό του ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!
     Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δύο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάει είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρη τίποτα. Κάπου - κάπου περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε - έξι ελιές στο χέρι του και έφευγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γέρο Κώστα. Εάν κανείς του έβαζε χρήματα στην τσέπη του κρυφά, τα άφηνε και αυτός κρυφά στα μπακάλικα και έφευγε. Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γέρο Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.
   Δυστυχώς όμως, πριν από ένδεκα χρόνια, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελοκομείο τον άνθρωπο του Θεού!
      Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, oι εξωτερικοί, με την κατ' όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθή τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον - στην Θεσσαλονίκη - έπιανε μία γωνία και έλεγε την ευχή, και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.
     Όταν έμαθα ότι ο Γέρο-Κώστας πέρασε αυτή την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζη. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γέρο Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ' όλα τα παλάτια του κόσμου.
      Απορούσε το καημένο Γεροντάκι και έλεγε στην αδελφή :
      -Γιατί μ' έφεραν εδώ;

     Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «δια Χριστόν σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους.       Δεν έχει σημασία που κοιμήθηκε κι αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο... και όχι στο άγιον Όρος ο Γέρο Κώστας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «δια Χριστόν σαλός» Γερο   Κωνσταντίνος. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Ό άγνωστος Αναχωρητής. (μάλλον ενας άπό τούς αφανείς Άναχωρητάς τοΰ "Αθωνα).

Οταν είχα έρθει στό "Αγιον "Ορος γιά πρώτη φορά,τό 1950, ανεβαίνοντας άπό τά Καυσοκαλύβια γιάτήν "Αγία "Αννα, είχα χάσει τόν δρόμο" άντί νά πάρω τόνδρόμο γιά τήν Σκήτη τής "Αγίας "Αννης, προχώρησα γιάτήν κορυφή τοΰ "Αθωνα. Άφοΰ βάδισα αρκετά, κατάλαβα ότι πάω ψηλά καί έψαχνα νά βρώ κανένα μονοπάτι νά βγώ σύντομα. Επάνω λοιπόν σ' αυτή τήν αγωνία μου, ένώ παρακαλούσα τήν Παναγία νά μέ βοηθήση, ξαφνικά μοΰ παρουσιάζεται ένας Αναχωρητής μέ φωτεινό πρόσωπο - θά ήταν γύρω στά εβδομήντα χρόνια - πού έδειχνε άπό τήν ενδυμασία του νά μήν είχε επαφή μέ ανθρώπους. Φορούσε ένα ζωστικό σάν άπό καραβοπάνι, άλλάπολύ ξεθωριασμένο καί κατατρυπημένο. Τίς δέ τρύπες τίς είχε πιασμένες μέ ξύλινα σουβλιά, όπως πιάνουν οί γεωργοί τά τρύπια σακιά, όταν δέν έχουν σακοράφα καίσπάγγο. Είχε επίσης έναν τουρβά δερμάτινο, ξεθωριασμένο καί τίς τρύπες πιασμένες πάλι μέ τόν ϊδιο τρόπο.Στόν δέ λαιμό του είχε μιά χονδρή αλυσίδα, πού κρατούσε ένα κουτί μπροστά στό στήθος του. Φαίνεται είχε κάτιτό ίερό!Πρίν λοιπόν τόν ρωτήσω έγώ, μοΰ είπε εκείνος:- Παιδί μου, δέν πάει γιά τήν Αγία "Αννα αυτός όδρόμος, καί μοΰ έδειξε τό μονοπάτι. Άπ' όλο τό παρουσιαστικό του φαινόταν "Αγιος!
Ρώτησα μετά τόν Ερημίτη:- Ποΰ μένεις, Γέροντα;Κι εκείνος μοΰ απήντησε:- Κάπου έδώ, καί μοΰ έδειχνε τήν κορυφή τοΰ "Αθωνα.
Επειδή είχα περιπλανηθή δεξιά καί αριστερά, ψάχνοντας νά βρώ Γέροντα νά μέ πληροφορή εσωτερικά, είχα ξεχάσει καί τί ήμερα είναι καί πόσο έχει ό μήνας. Ρώτησα λοιπόν τόν Ερημίτη καί μοΰ είπε ότι ήταν Παρασκευή. Μετά έβγαλε ένα μικρό σακουλάκι δερμάτινο, τόόποιο είχε μέσα κάτι ξυλάκια μέ χαρακιές, καί άπό τίςχαρακιές πού είδε, μοΰ είπε πόσο είχε ό μήνας. Πήρα μετά τήν ευχή του, προχώρησα άπό τό μονοπάτι πού μοΰ έδειξε καί βγήκα στήν Σκήτη τής Αγίας 'Άννης. Ό νους μου όμως συνέχεια γύριζε στό φωτεινό πρόσωπο τοΰ Άναχωρητοΰ, πού ακτινοβολούσε. Αργότερα, όταν είχα ακούσει ότι υπάρχουν στήν κορυφή τού "Αθωνα δώδεκα Άναχωρηταί - άλλοι έλεγαν επτά - είχα μπή σέ λογισμούς καί τό είχα διηγηθή σέ έμπειρους Γεροντάδες αυτό πού είδα, οί όποιοι μοΰ είπαν:- Θά ήταν καί αυτός ένας άπό τούς "Οσίους Άναχωρητάς πού ζουν στήν αφάνεια στήν κορυφή τοΰ "Αθωνα!
 
elderpaisios.blogspot.gr

Όταν κανείς ψάλλη χωρίς να έχη καλή πνευματική κατάσταση, είναι χειρότερο από μουσική παραφωνία


  • Από  orthodoxia-ellhnismos.gr
Όταν κανείς ψάλλη χωρίς να έχη καλή πνευματική κατάσταση, είναι χειρότερο από μουσική παραφωνία
Γέροντας Παίσιος
- Ο τρόπος που ψάλλω, Γέροντα, είναι βαρύς. Έχω τον λογισμό πως αυτό οφείλεται στο ότι η προφορά μου είναι βαρειά.
- Σε έχω δεί και …βαρειά και …ελαφριά! Όταν είσαι βαρειά, τότε ψέλνεις και βαριά. Από την εσωτερική σου κατάσταση ξεκινάει αυτό· αυτήν να ελέγχης. Ένας που έχει λεπτή φωνή, αν είναι σε καλή πνευματική κατάσταση, ακούγεται σαν αηδονάκι· αλλιώς, είναι σαν να τσιρίζη. Ένας που έχει χονδρή φωνή, αν δεν είναι σε καλή πνευματική κατάσταση, ακούγεται σαν γέρος που μαλώνει.
Αν ψάλετε μία-μία, θα καταλάβετε σε τι κατάσταση βρίσκεσθε εκείνη την ώρα.
- Γέροντα, όταν ψάλλουμε στον ναό, προσέχουμε να μη γίνωνται παραφωνίες.

- Φυσικά, χρειάζεται να προσέχετε, γιατί όλα πρέπει να γίνωνται «ευσχημόνως και κατά τάξιν». Πρώτα από όλα όμως πρέπει να φροντίζουμε να εφαρμόσουμε το «ευσχημόνως» στην ψυχή μας, να υπάρχη δηλαδή η ψυχική τάξη, να είμαστε εντάξει με τον Θεό. Όταν κανείς ψάλλη χωρίς να έχη καλή πνευματική κατάσταση, αυτό είναι χειρότερο από μία μουσική παραφωνία. Γιατί, όπως το καλό φέρνει...
μία καλή αλλοίωση, έτσι και το κακό φέρνει μία κακή αλλοίωση, και δεν μπορούν να προσευχηθούν οι άνθρωποι. Αν δεν είναι τακτοποιημένος εσωτερικά κανείς, αν έχη αριστερούς λογισμούς, μικροπρέπειες κ.λ.π., τι ψαλτική να κάνη; Πως θα νιώση μέσα του την παραδεισένια γλυκύτητα, για να ψάλη με την καρδιά; Γι΄ αυτό λέει: «Ευθυμεί τις; ψαλλέτω»! Όσοι ψάλλουν, κανονικά πρέπει να έχουν την πιο τρυφερή καρδιά και την πιο γλυκειά και χαρούμενη εσωτερική κατάσταση. Πως να ψάλης «Φως ιλαρόν…», αν δεν έχει ιλαρότητα;
*Από το βιβλίο του Γέροντος Παισίου
του Αγιορείτου «Περί Προσευχής,
εκδόσεις του Ησυχαστηρίου
Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Γιατί ανέχετε ο Θεός τους Έλληνες;

Σωστά και τα λόγια περί μετανοίας αλλά ας μην ξεχνάμε...
...

Ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος


  • Από  xristianos.gr
Ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος

του Γέροντα Παϊσίου
Γέροντα, σκέφτομαι συνέχεια το σφάλμα μου που σας στενοχώρησε και με πιάνει λύπη.
- Μην το σκέφτεσαι, μια που πέρασε, γιατί αυτό μόνο θα σε θλίβη και δεν θα σε βοηθήση σε τίποτε. 
Το να προσέχης όμως στο εξής, αυτό θα σε ωφελή. Συνέχισε με φιλότιμο τον αγώνα σου. Όλοι οι άνθρωποι κάνουμε απροσεξίες, αλλά ο Καλός Θεός σαν Πατέρας μας προστατεύει. Γι’ αυτό έχει τους Αγίους Του, γι’ αυτό έχει βάλει και από έναν Άγγελο ξεχωριστά σε κάθε άνθρωπο, για να τον προστατεύη, γι’ αυτό οικονομάει να υπάρχουν και πνευματικοί άνθρωποι, για να βοηθάνε πάλι τους ανθρώπους.
- Γέροντα, κάμπτομαι από την στενοχώρια για τις πτώσεις μου και κουράζομαι στον αγώνα μου.
- Από τον εγωισμό είναι. Επειδή δεν «κάμπτεις», γι’ αυτό αποκάμνεις μετά. Δεν υπάρχει ταπείνωση, μετάνοια, συντριβή υπάρχει εγωισμός, και ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος. Όταν ο άνθρωπος δεν έχη μετάνοια, αλλά στενοχωριέται από εγωισμό, από ανθραπαρέσκεια, επειδή ξέπεσε στα μάτια των άλλων, τότε υπάρχει μέσα του αγωνία, φαρμάκι, πόνος.
- Δηλαδή, Γέροντα, όταν κανείς μετά από μια πτώση του στενοχωριέται πολύ, αυτό προέρχεται πάντα από εγωισμό;
- Όχι πάντα μπορεί να προέρχεται και από φιλότιμο. Και όταν η στενοχώρια είναι πολλή και προέρχεται μόνον από καθαρό φιλότιμο, τότε και η θεία παρηγοριά είναι πολλή και δυνατή και τονώνει όχι μόνον την ψυχή αλλά και το σώμα.
- Και πώς θα καταλάβω, Γέροντα, αν στενοχωριέμαι από φιλότιμο;
- Όποιος στενοχωριέται από φιλότιμο, ρίχνει το βάρος επάνω του ενώ, όποιος στενοχωριέται από εγωισμό, ρίχνει το βάρος στους άλλους και λέει ότι τον αδικούν... Θίγεται ο εγωισμός του, κατεβάζει τα μούτρα, δεν μιλάει… Να, σήμερα δυο αδελφές έκαναν μια ζημιά. Έκανα και στις δυο παρατήρηση. Και οι δύο λυπήθηκαν και έσκυψαν το κεφάλι. Η μία όμως λυπήθηκε από φιλότιμο, γιατί με στενοχώρησε με την ζημιά που έκανε, ενώ η άλλη λυπήθηκε από εγωισμό. Η πρώτη ντρεπόταν ακόμα και να με κοιτάξη. Η άλλη, για να μη χάση την υπόληψή της, πήγε αμέσως να δικαιολογηθή, χωρίς να εξετάση πόσο μεγάλη ήταν η ζημιά.
Σκέφθηκε: «Ξέπεσα στα μάτια των άλλων δεν θα μ’ έχουν πια εμπιστοσύνη. Πώς να δικαιολογήσω τώρα το σφάλμα μου, για να μη χάσω την υπόληψή μου;». Αν αναγνώριζε το σφάλμα της και έπαιρνε το βάρος επάνω της, θα είχε μέσα της παρηγοριά. Αυτή όμως προσπάθησε να δικαιολογηθή, γι’ αυτό ανάπαυση μέσα της δεν είχε. Γιατί, όταν δικαιολογούμαστε, δίνουμε χώρο στον διάβολο, οπότε έρχεται, μας κάνει λεπτή εργασία και μας στενοχωρεί ενώ, όταν παίρνουμε όλο το βάρος επάνω μας, τότε και ο Θεός μας παίρνει όλο το βάρος.
Ας κανονίσουμε λοιπόν ποιο από τα δύο θα διαλέξουμε: την ταπείνωση που δίνει ανάπαυση ή τον εγωισμό που φέρνει στενοχώρια, άγχος και ταραχή;
Πηγή: «Πάθη και Αρετές» Λόγοι Ε 

Γέροντας Παΐσιος «Η πολλή αγάπη τους φιλότιμους τους κάνει πιο φιλότιμους...»


  • Από   Agioritikovima.gr
Γέροντας Παΐσιος «Η πολλή αγάπη τους φιλότιμους τους κάνει πιο φιλότιμους...»

- Γέροντα, ο Αββάς Ποιμήν λέει: «Μάθε τι θέλει ο αδελφός και ανάπαυσέ τον». Τί θέλει να πη ακριβώς;

- Εννοεί να μάθης τι ανάγκη έχει ο αδελφός σου, ο πλησίον σου, και ανάλογα να τον αναπαύσης, με την καλή έννοια. Γιατί και η αγάπη χρειάζεται διάκριση.
Αν κάποιος λ.χ. είναι γαστρίμαργος, δεν πρέπει να του δίνης συνέχεια νόστιμα φαγητά, γιατί αυτό θα τον βλάψη. Θα κάνεις νόστιμο φαγητό για έναν που έχει ανορεξία, για να μπορέση να το φάη. Ή, αν κάποιος έχη ζάχαρο και του δίνης γλυκά, αγάπη είναι αυτή;

- Γέροντα, πως γίνεται να αγαπάη κανείς το ίδιο όλους τους ανθρώπους και να τους αγαπάη με διάκριση;

- Αγαπάει όλους το ίδιο, αλλά δεν εκδηλώνει την αγάπη του σε όλους το ίδιο. Άλλον τον αγαπάει από μακριά, γιατί χρειάζεται να τον κρατήση σε απόσταση, άλλον από κοντά, ανάλογα με το τι ωφελεί τον καθένα. Σε έναν δεν πρέπει καθόλου να μιλήση, σε άλλον πρέπει να πη δυο λόγια, σε άλλον λίγα παραπάνω.

- Μπορεί, Γέροντα, η εκδήλωση της αγάπης μου να βλάψη τον άλλον;

- Αν ο άλλος έχη φιλότιμο και εσύ του δείξης πολλή αγάπη, τότε αλλοιώνεται με την καλή έννοια και προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε ευχαριστήσει, να μη σε λυπήση. Ο αναιδής όμως, αν του δείξης πολλή αγάπη, γίνεται ακόμα πιο αναιδής, γιατί η πολλή αγάπη τους μεν φιλότιμους τους κάνει πιο φιλότιμους, τους δε αναιδείς, τους κάνει πιο αναιδείς. Οπότε, όταν δης πως δεν βοηθάς με την αγάπη σου, την λιγοστεύεις με διάκριση? αλλά και αυτό από αγάπη το κάνεις.

- Γέροντα, υπάρχει περίπτωση να κάνω μία θυσία με καθαρά ελατήρια και να φθάσω στην αγανάκτηση;

- Ναι, γι’ αυτό η θυσία πρέπει να γίνεται με διάκριση. Να προσέχεις να μην ξεπερνάς την αντοχή σου, γιατί και οι σωματικές δυνάμεις έχουν όριο. Όταν ξεπεράσης την σωματική αντοχή σου, τότε, αν κάποιος σου πη: «τίποτε δεν έκανες απ’ το πρωί», μπορεί να πης μέσα σου :«Βρε τον αχάριστο! Εγώ απ’ το πρωί σκοτώθηκα στην δουλειά, κι αυτός λέει ότι δεν έκανα τίποτε!». Έτσι πάνε όλα χαμένα.

- Αν, Γέροντα, προς στιγμήν μέσα μου αγανακτήσω, αλλά αμέσως σκεφθώ ότι συνέβη αυτό, γιατί τα ελατήριά μου δεν ήταν καθαρά, τότε πάλι τα χάνω όλα;

- Σ’ αυτήν την περίπτωση σου δίνει μια σπρωξιά το ταγκαλάκι κι εσύ του δίνεις μια σφαλιάρα. Οπότε τρώει το ταγκαλάκι την σφαλιάρα και φεύγει.

Γέροντος Παΐσιου
Από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές»
Τόμος ε'

Η μέλλουσα Κρίση


Η μέλλουσα Κρίση
του Γέροντα Παϊσίου
- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;
- Όταν ο άνθρωπος εργασθή τις εντολές του Θεού, κάνη δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθή από τα
 πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν 
πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. 
Διαβάστε περισσότερα...


Συνομιλία αιρετικού με τον Γέροντα Παΐσιο


Συνομιλία αιρετικού με τον Γέροντα Παΐσιο

Η κατωτέρω συνομιλία του π. Παϊσίου μ’ έναν ευλαβή νέο, που είχε πλανηθεί από τις κακοδοξίες προτεσταντικής αιρέσεως, δημοσιεύτηκε στην ετησία έκδοση «Ο Όσιος Γρηγόριος» της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους του έτους 1995.
Ο μακαριστός γέροντας με τις φαινομενικά απλοϊκές απαντήσεις του στις υπαρξιακές ανησυχίες ενός νέου, έσωσε κι αυτή την ψυχή από την απώλεια και τον επανέφερε στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Η χειρόγραφη διαθήκη του Γέροντα Παΐσιου


  • Από  xristianos.gr
Η χειρόγραφη διαθήκη του Γέροντα Παΐσιου (ΦΩΤΟ)


Του λόγου μου ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτόν μου, ίδα ότι όλες της εντολές του Κυρίου της παρέβην, όλες της αμαρτίες της έχω κάνη. Δεν έχει σημασία εάν, ορισμένες έχουν γίνη σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφριντικά, επειδή με έχει εβεργετίση πολύ ο Κύριος.
Εύχεσθε να με ελεήση ο Χριστός. Συνχωρέστε με, και συνχωρημένοι να είναι όσοι νομίζουν ότι με λύπησαν.
Ευχαριστώ πολύ, και πάλη εύχεσθε.
Μοναχός Παΐσιος
Αυτό το ιδιόγραφο κείμενο του Γέροντα βρέθηκε αυτοτελές στο κελλί του «Παναγούδα», μετά την κοίμησή του. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 716-717.